Debian: Οι απαρχές του και τα πλεονεκτήματα που το έκαναν δημοφιλές

dimitris | Παρ, 08/23/2013 - 07:39 | 21' | 1

Το Debian είναι παγκόσμιο project με τη συμμετοχή προγραμματιστών και μη που έχει στόχο τη δημιουργία ενός λειτουργικού συστήματος υψηλής ποιότητας αποκλειστικά από ελεύθερο λογισμικό. Σε αυτό το άρθρο ασχολούμαστε με την ιστορία και τα πλεονεκτήματά του.

Το όνομα Debian είναι μια μίξη των μικρών ονομάτων του ιδρυτή του, Ian Murdock, και της φίλης του Deborah. Μέχρι τώρα, όλες οι επίσημες εκδόσεις του χτίστηκαν πάνω στον πυρήνα Linux και ένα σύνολο χρήσιμων εργαλείων από το έργο GNU, γι' αυτό και δικαίως ονομαζόταν Debian GNU/Linux, αν και όλοι το λέγαμε Debian για συντομία.

Όσον αφορά τους αριθμούς χρηστών και μερίδιο αγοράς, το Debian σύμφωνα με περισσότερες εκτιμήσεις είναι μια από τις δημοφιλέστερες διανομές Linux, και σίγουρα οι διανομοί με τα περισσότερα "παράγωγα", δηλαδή άλλες διανομές που βασίζονται απευθείας στο Debian. Κλασικό παράδειγμα διανομής που παράγεται από το Debian και τα πακέτα του είναι φυσικά το Ubuntu.

Το Debian είναι ακόμη η μεγαλύτερη διανομή, υποστηρίζοντας κυριολεκτικά χιλιάδες πακέτα ελεύθερου λογισμικού σε πάρα πολλές αρχιτεκτονικές hardware, και πολλές ακόμη υπο-αρχιτεκτονικές από PDA μέχρι σε υπερυπολογιστές. Αλλά το Debian διαφέρει πάρα πολύ από τους “ανταγωνιστές” του.

Που διαφέρει το Debian

Πρώτον, το Debian είναι μια μη κερδοσκοπική οντότητα, που χρηματοδοτείται από το φιλανθρωπικό ίδρυμα “Λογισμικό για το Δημόσιο Συμφέρον” και, κατά βάση, όλοι οι προγραμματιστές του είναι εθελοντές.

Δεύτερον, το Debian κυριολεκτεί στην χρήση αποκλειστικά ελεύθερου λογισμικού. Η προσήλωσή του στο ελεύθερο λογισμικό και τις ανάγκες των χρηστών αναγράφονται στο Κοινωνικό Συμβόλαιο Debian, που ξεκάθαρα ορίζει ότι “το Debian θα παραμείνει 100% ελεύθερο.” Οι Οδηγίες για το Ελεύθερο Λογισμικό Debian (DFSG) προδιαγράφουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ένα οποιοδήποτε λογισμικό θεωρείται ελεύθερο και επομένως υποψήφιο προς ένταξη στην κύρια διανομή του Debian.

Κατά σύμπτωση, οι οδηγίες DFSG αποτέλεσαν τη βάση για τον “Ορισμό του Ανοικτού Κώδικα” που χρησιμοποιείται από την Open Source Initiative (Πρωτοβουλία Ανοικτού Κώδικα) για την προώθηση του ανοικτού λογισμικού στις μεγάλες επιχειρήσεις. Αυτές οι “κοινοτικές οδηγίες” και διακηρύξεις έχουν τις απαρχές τους στην γένεση του Debian, το 1993.

Ένα νέο είδος διανομής

Το Debian Project ανακοινώθηκε τον Αύγουστο του 1993. Εκείνη την εποχή, καμιά από τις μεγάλες σύγχρονες διανομές – Red Hat, openSUSE, κλπ – δεν υπήρχε, και οι διαθέσιμες διανομές ήταν γενικά πιο φτωχές σε ποιότητα. Ο πρωτεργάτης του Debian, Ian Murdock, είχε τραυματικές εμπειρίες από την διανομή SLS που τότε ήταν δημοφιλής. Στο Μανιφέστο του Debian έγραφε σχετικά: “Είναι πιθανώς η διανομή με τα περισσότερα σφάλματα και την χειρότερη συντήρηση. Δυστυχώς, τυχαίνει να είναι παράλληλα και η πλέον δημοφιλής.

Με την σιγουριά που έχουν μόνο οι πολύ νέοι και οι πολύ γέροι, ο Murdock -τότε φοιτητής στο Πανεπιστήμιο Purdue στην Indiana- πίστεψε ότι εκείνος θα μπορούσε να κάνει κάτι καλύτερο. Ευτυχώς, αυτή η “ύβρις” δεν τον εμπόδισε να αναγνωρίσει τα αδύνατα σημεία των άλλων διανομών. Οι διανομές σαν την SLS ήταν τυπικά έργο ενός ατόμου ή μια μικρής ομάδας και δεν είχαν αρκετό έμψυχο δυναμικό για να παράγουν, να τεστάρουν και να υποστηρίξουν μια υψηλής ποιότητας διανομή. Για να γίνει μια καλή διανομή, ο Murdock συνειδητοποίησε ότι θα χρειαζόταν βοήθεια από εθελοντές.

Το δεύτερο κύριο συμπέρασμα του ήταν ότι θα μπορούσε να δανειστεί το κατανεμημένο μοντέλο ανάπτυξης που είχε χρησιμοποιήσει τόσο επιτυχημένα ο Linus Torvalds για τον πυρήνα Linux – ένα μοντέλο που αργότερα βαφτίστηκε ως Παζάρι ή Αγορά (Bazaar) από τον ανθρωπολόγο της κοινότητας ελεύθερου λογισμικού, Eric Raymond. Το κλειδί στην ανάπτυξη ενός λειτουργικού συστήματος με ένα κατανεμημένο, αποκεντρωμένο τρόπο ήταν η αρθρωτή φύση του, και στο σχήμα του Murdock η μονάδα άρθρωσης ήταν το πακέτο λογισμικού.

Σε κάθε εθελοντή ανατέθηκε η αποκλειστική συντήρηση ενός ή περισσοτέρων τέτοιων πακέτων. Αυστηρές κατευθυντήριες γραμμές δόμησης των πακέτων εξασφάλιζαν ό,τι όταν τελικά όλα τα πακέτα θα συνδυάζονταν μεταξύ τους θα δημιουργούσαν ένα αψεγάδιαστο και ολοκληρωμένο λειτουργικό σύστημα.

Είναι εύκολο σήμερα να υποτιμούμε την επαναστατικότητα της ιδέας αυτής, μια και τώρα όλες οι διανομές κατασκευάζονται με αυτόν τον τρόπο, αλλά πραγματικά το έργο Debian άνοιξε τον δρόμο. Χρειάστηκε χρόνος προκειμένου το Debian να αναπτύξει και να εξελίξει τα εργαλεία και τις πρακτικές που το κάνουν ό,τι είναι σήμερα. Οι πρώτες εκδόσεις δεν χρησιμοποιούσαν την σουίτα εργαλείων dpkg για το πακετάρισμα του λογισμικού. Η σουίτα αυτή καθώς και η πολιτική χρήσης της δημιουργήθηκαν από τον προγραμματιστή Ian Jackson το 1994. Επίσης, αν και εξ αρχής το Debian ήταν προσηλωμένο στην χρήση ελεύθερου λογισμικού – το Μανιφέστο του Murdock κριτικάρει άλλους διανομείς για “την ροπή τους να μην αναφέρουν ότι το Linux είναι ελεύθερο” - η προσήλωση αυτή διακηρύχτηκε με το Κοινωνικό Συμβόλαιο Debian όταν πια ο Murdock είχε παραχωρήσει την ηγετική του θέση στον Bruce Parens.

Debian: Ποιότητα και ασφάλεια

Ωστόσο, παρ' όλες τις αλλαγές που έχουν γίνει στο Debian με τα χρόνια, ο στόχος του ήταν πάντοτε η δημιουργία και υποστήριξη μιας υψηλής ποιότητας, χωρίς σφάλματα, ελεύθερης διανομής Linux. Με τα ίδια τα λόγια του Murdock από το Μανιφέστο του: “Ο πρωταρχικός σκοπός του έργου Debian είναι να παράγει τελικά μια διανομή που επιβεβαιώνει τον Linux τίτλο του. Το Debian κατασκευάζεται με προσοχή και επίγνωση του σκοπού αυτού και θα διατηρείται και θα υποστηρίζεται με παρόμοια φροντίδα.

Το Πλεονέκτημα του Debian

Το Debian έχει μερικούς υποστηρικτές μεγάλου κύρους. Η HP παρέχει λύσεις και υποστήριξη με βάση το Debian, η Πόλη του Μονάχου μετέφερε κάποια στιγμή τους 14.000 υπολογιστές των γραφείων της στο Debian, και η τοπική κυβέρνηση της Ισπανικής περιοχής Extremadura δημιούργησε την δική της διανομή που βασίζεται στο Debian, το Linex, για χρήση στα γραφεία και τα σχολεία της.

Επιπλέον, όπως είπαμε, το γεγονός είναι ότι το Debian χρησιμοποιείται όλο και συχνότερα ως μήτρα δημιουργίας άλλων διανομών. Παλιότερα υπήρχαν εμπορικές διανομές (το Xandros και το Lispire) με καταγωγή από το Debian, ενώ το Ubuntu και το Knoppix είναι σήμερα πιο γνωστά παραδείγματα. Σίγουρα υπάρχουν περισσότερες διανομές-παράγωγα του Debian απ' ότι του Red Hat ή του Ubuntu.

Το είναι αυτό που έλκει τα εκατομμύρια χρηστών του σε όλο τον κόσμο; Και γιατί το Debian – μια διανομή που αναπτύσσεται από την κοινότητα – είναι τόσο δημοφιλές στις επιχειρήσεις και στις δημόσιες υπηρεσίες;

Στην πράξη, η “αγάπη” των επιχειρήσεων για το Debian δεν είναι και τόσο δυσεξήγητη. Το Debian είναι ελκυστικό για τους ίδιους σχεδόν λόγους που κάνουν ελκυστικά το Linux και το λογισμικό ανοικτού κώδικα γενικά. Πέρα από τα τεχνικά προτερήματα, τα πλεονεκτήματα-κλειδιά της χρήσης του Debian είναι η ελευθερία και η δύναμη της κοινότητας που το αναπτύσσει. Το Debian υπάρχει εδώ και χρόνια και δεν πρόκειται να εκλείψει σύντομα: εκτός και εάν οι 1.000 προγραμματιστές του βαρεθούνε μαζικά και το ρίξουν στην κηπουρική. Το Debian είναι μια μη-εμπορική οντότητα, και επομένως δεν μπορεί να πτωχεύσει ή να εξαγοραστεί.

Ασφάλεια με στοιχεία!

Επομένως το Debian είναι μια ασφαλής επιλογή για μια επιχείρηση. Όπως το έθεσε ο Ian Murdock, “Το ζήτημα δεν είναι η τεχνολογία...Είναι η ελευθερία. Πρόκειται για τον έλεγχο της ίδιας σου της μοίρας, την δημιουργία του προσωπικού σου πεπρωμένου που δεν θα σε δένει με τα κερδοσκοπικά κίνητρα μιας και μόνο Αμερικανικής εταιρείας.” Αυτή η ελευθερία αφορά τόσο τους μεμονωμένους χρήστες όσο και τις εταιρείες. Σε ένα άρθρο με τίτλο: “Γιατί Linux; Γιατί Debian;”, ο Debian Developer, Manoj Srivastava, εξήγησε: “Δεν θέλω να είναι το λειτουργικό μου όμηρος στα επιχειρηματικά σχέδια του οποιουδήποτε!”.

Ακόμη περισσότερο, το Debian σοβαρολογεί στη χρήση αποκλειστικά ελεύθερου λογισμικού, και η ερμηνεία που δίνει στον όρο “ελεύθερο” είναι πιο αυστηρή από των περισσότερων άλλων. Μόνο το λογισμικό που η άδεια χρήσης του είναι συμβατή με τις Οδηγίες Ελεύθερου Λογισμικού Debian (DFSG) μπορεί να γίνει μέρος της κύριας διανομής Debian. Οι DFSG επιτρέπουν μόνο τις άδειες χρήσης που προστατεύουν την ελευθερία των χρηστών να χρησιμοποιούν, να τροποποιούν και να αναδιανέμουν το λογισμικό. Ωστόσο, δεν απαιτεί την εγκατάλειψη των πνευματικών δικαιωμάτων. Επομένως, η GPL, η άδεια X11 και BSD είναι συμβατές με τις DFSG.

Το 2004, οι προγραμματιστές του Debian ψήφισαν την ενδυνάμωση της προσήλωσης στην ελευθερία και την ισχύ των ίδιων Οδηγιών και πέρα από το λογισμικό – για παράδειγμα, τώρα απαιτείται και η ύπαρξη ελεύθερης τεκμηρίωσης χωρίς περιορισμούς στο δικαίωμα τροποποίησής της.

Η πρώτη παράγραφος αυτού του τροποποιημένου Κοινωνικού Συμβολαίου κάνει αναφορά σε ελεύθερα “έργα” και όχι απλά ελεύθερο λογισμικό: “Παρέχουμε τις οδηγίες που χρησιμοποιούμε για να προσδιορίσουμε εάν ένα έργο είναι ελεύθερο στο έγγραφο με τίτλο “Οι Οδηγίες Ελεύθερου Λογισμικού Debian”. Υποσχόμαστε ότι το σύστημα Debian και όλα τα συστατικά του στοιχεία θα είναι ελεύθερα σύμφωνα με τις οδηγίες αυτές. Θα υποστηρίξουμε ανθρώπους που παράγουν ή χρησιμοποιούν ελεύθερο ή όχι λογισμικό στο Debian. Δεν θα επιτρέψουμε ποτέ να χρησιμοποιηθεί ένα μη-ελεύθερο στοιχείο στο σύστημα.”

Χάρις στις Οδηγίες αυτές, οι επιχειρήσεις μπορούν να είναι σίγουρες ότι αν χρησιμοποιούν τα ‘κύρια’ πακέτα του Debian, χρησιμοποιούν ελεύθερο λογισμικό, χωρίς προβλήματα με τις άδειες χρήσης και απίθανο το ενδεχόμενο νομικών εμπλοκών.

Κάποιοι συνηθίζουν να αποδίδουν την δημοτικότητα του Debian αποκλειστικά στο σύστημα διαχείρισης πακέτων APT. Αυτό (ή συνηθέστερα μια γραφική διεπαφή στο APT, όπως το Synaptic) είναι που μας δίνει την δυνατότητα να κατεβάζουμε νέο ή αναβαθμισμένο λογισμικό – και, το ζωτικότερο, όποια άλλα προγράμματα είναι προαπαιτούμενα για αυτό – και να το εγκαθιστούμε στο σύστημά μας. Το APT χειρίζεται τις εξαρτήσεις για εμάς αυτόματα και έτσι διευκολύνει την εγκατάσταση λογισμικού. Το APT είναι η εφαρμογή-κλειδί που κάνει το Debian τόσο δημοφιλές, λένε. Είναι αλήθεια αυτό; Με συντομία, όχι.

Πέρα από το APT

Αν και το APT είναι ένα τέλειο εργαλείο, δεν είναι μόνο το APT που κάνει το Debian τόσο θαυμάσιο. Υπάρχουν κι άλλες λύσεις σαν το APT όπως το urpmi στο Mandriva, το zypper στο openSUSE και το yum στο Fedora, αλλά και πάλι καμιά δεν τα καταφέρνει καλύτερα.

Βέβαια, κάποιοι υποστηρίζουν το dpkg είναι πιο λειτουργικό από το RPM. Για παράδειγμα, το dpkg επιτρέπει τον καθορισμό πλουσιότερων διασυνδέσεων μεταξύ των πακέτων - τα πακέτα δεν εξαρτώνται απλώς το ένα από το άλλο: ένα πακέτο μπορεί να είναι 'προ-εξαρτώμενο' από ένα άλλο, εάν το τελευταίο πρέπει να είναι ήδη εγκατεστημένο προκειμένου να εγκατασταθεί το νέο πακέτο. Ακόμη, ένα πακέτο μπορεί να 'συστήνει' ένα άλλο σαν μη-απόλυτη, ασθενέστερη εξάρτηση. Τέλος, ένα πακέτο μπορεί να προτείνει ένα άλλο, εάν το τελευταίο μπορεί να βελτιώσει την λειτουργικότητα του, αλλά δεν είναι απαιτούμενο.

Το dpkg επιτρέπει επίσης τη χρήση scrips μετά την εγκατάσταση, τα οποία μπορούν να εκτελέσουν όλα τα είδη των ρυθμίσεων ανά πακέτο, ακόμη και διαδραστικά. Το Debian παρέχει το σύστημα debconf σαν τυποποιημένο μέσο με το οποίο τα πακέτα μπορούν να ζητούν πληροφορίες από το χρήστη με διαλόγους κατά τη ρύθμιση μετά την εγκατάσταση. Επιπλέον, το dpkg υποστηρίζει πολλαπλά είδη διεπαφών (μόνο κείμενο ή GUI με Qt και GTK εργαλειοθήκες) και μπορεί να ρυθμιστεί προκειμένου να ρωτά τον χρήστη διαφορετικές ερωτήσεις με βάση την προτεραιότητα. Για αυτόματες εγκαταστάσεις χωρίς παρουσία χρήστη, το debconf μπορεί να διαταχθεί να μην ρωτά τίποτε απολύτως και σε αυτή την περίπτωση τα πακέτα θα ρυθμιστούν με τις προ-ρυθμίσεις όποιων ερωτήσεων θα μπορούσαν να είχαν τεθεί.

Στην πραγματικότητα ούτε το dpkg ούτε το RPM είναι τέλεια, αν και το dpkg είναι πιο πλούσιο και πιο πολυτάλαντο. Ο κύριος λόγος που η διαχείριση πακέτων είναι τόσο πολύ καλύτερη στις βασισμένες στο Debian διανομές από εκείνες που βασίζονται στο RPM είναι η κατανοητή πολιτική του Debian για τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει το λογισμικό να πακετάρεται.

Είναι η πολιτική του Debian και τα εργαλεία που την υποστηρίζουν που είναι η 'εφαρμογή-κλειδί'. Και, εξίσου σημαντικό, μια σταθερή έκδοση Debian δεν θα κυκλοφορήσει ποτέ με πακέτα που δεν ανταποκρίνονται απόλυτα στην Πολιτική Debian. Αυτή η αυστηρή πολιτική και η δύναμη του dpkg επιτρέπουν σε μια εγκατάσταση Debian να είναι πολύ πιο μικρή και ελαφριά από τις διανομές που βασίζονται στο RPM.

Πιο συγκεκριμένα, η πολιτική του Debian υποχρεώνει τις διαμοιραζόμενες βιβλιοθήκες να αποτελούν αυτόνομα πακέτα (και όχι μέσα σε λογισμικό που εξαρτάται από αυτές) και να έχουν ένα όνομα πακέτου που αντικατοπτρίζει την έκδοση ABI (Application Binary Interface) της βιβλιοθήκης αυτής.

Αυτά βοηθούν αρκετά στο να απαλύνουν τον πάλαι ποτέ εφιάλτη των εξαρτήσεων: το μπέρδεμα που δημιουργείται όταν είναι αδύνατο να εγκαταστήσεις μια διαφορετική έκδοση της ίδιας βιβλιοθήκης λόγω συγκρούσεων. Στο Debian απλώς δεν υπάρχει τέτοιο πρόβλημα πια.

Τα τεχνικά προτερήματα σαν το παραπάνω - μαζί με τις εγγυήσεις ελευθερίας που παρέχει το ίδιο το Debian - το κάνουν τέλειο για κάθε χρήστη αλλά και μια πολύ δημοφιλή διανομή πάνω στην οποία μπορεί κανείς να βασίσει την δικιά του. Πραγματικά, έχουν δίκιο οι developers του που το ονομάζουν "The Universal Operating System".

Φόρουμ
Δώσε αστέρια!

MO: 3.4 (ψήφοι: 3)

Σχόλια

Κατά σύμπτωση, οι οδηγίες DFSG αποτέλεσαν τη βάση για τον “Ορισμό του Ανοικτού Κώδικα” που χρησιμοποιείται από την Open Source Initiative (Πρωτοβουλία Ανοικτού Κώδικα) για την προώθηση του ανοικτού λογισμικού στις μεγάλες επιχειρήσεις. Read more: http://www.linuxinsider.gr/forum/8803/debian-oi-aparxes-toy-kai-ta-pleo…

Ο ESR που «εφηύρε» τον όρο «ανοικτός κώδικας» έχει εξηγήσει ο ίδιος ότι έκανε κόπυ-πέϊστ το DFSG. Ο λόγος ήταν ότι ήθελε κανόνες για τον ανοικτό κώδικα που έχουν αναδειχθεί από την πράξη και αυτό ακριβώς ήταν το DFSG. Δεν ήθελε απλώς έναν θεωρητικό ορισμό οπότε θα τού έκαναν οι αρχές τού RMS.